σπόρθυγγες

σπόρθυγγες
See also: s. σπύραθοι

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • σπόρθυγγες — Α (κατά τον Ησύχ.) «αἱ συνεστραμμέναι μετὰ ῥύπου τρίχες». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. σπύραθος] …   Dictionary of Greek

  • σπορθύγγια — τὰ, Α [σπόρθυγγες] (κατά τον Ησύχ.) «τρίβολα, τά διαχωρήματα τών αἰγῶν, ἅ τινες σπυράδας καλοῡσιν» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.